κύκλοι τέλους

καμία ψυχή και κανένα στόμα

|καμία ψυχή και κανένα στόμα|

δεν αιχμαλωτίζονται μονάχα οι λέξεις, ψέματα σου είπανε. υπάρχουν κι αιχμάλωτα σημεία στίξης. γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, η σημαντικότερη και πιο συντριπτική στιγμή ολόκληρης της προεκλογικής περιόδου ήταν η βίαιη επίταξη της |κάθετης μπάρας| μας για τις ανάγκες των αντιαισθητικών αισθητικοποιημένων σποτ τους. κατά τ’ άλλα, τα πράγματα αύριο θα εξελιχθούν όπως αρμόζει. καμιά παρέκκλιση. κι εμείς να, εδώ, στα περιθώρια της συγκυρίας, ετοιμάζουμε ποπ κορν και παρακολουθούμε απορημένοι: με πόσους ευφάνταστους τρόπους μπορεί να συντονιστεί η αλληλέγγυα οικονομία με το workfare; τι είναι χειρότερο, να χτίζεις μια φυλακή ή να κρατικοποιείς ένα κίνημα; μπορεί ένας αλτουσεριανός value-form theorist να επιχειρηματολογήσει υπέρ της σωτηρίας του καπιταλισμού; και να την πετύχει; σε ποιο βάθος φετιχισμού μπορεί η ελπίδα να εμφανίζεται ως μετωνυμία της ήττας;
νοσταλγώντας την τύρβη του επόμενου κύκλου αγώνων που θα έρθει, δε θα έρθει
*
νιώθω μεγάλος μαλάκας τώρα που τα γράφω όλα αυτά. απόψε που πήγα στο σούπερ μάρκετ με τη σιγουριά του πενηντάευρου, φτάνοντας στα ταμεία, ένα κορίτσι, ρομά ήταν, την είχαν πιάσει επ’ αυτοφώρω -μέχρι και οι συναγερμοί ρατσιστές είναι γαμώ την παναγία τους-, ντρεπόταν, δεν είχε τίποτα πάνω της έλεγε, εν τέλει πήγανε σε μια γωνία κι έβγαλε κάτι μέσα από την μπλούζα της, ήταν μια βαφή μαλλιών, για εκτυφλωτικό κόκκινο χρώμα. ουφ, τουλάχιστον την αφήσανε χωρίς παραπάνω μπλεξίματα. δεν είπα τίποτα, τι να πω κι εγώ. αλήθεια, η βαφή μαλλιών θα εμπίπτει στο καλάθι της ελληνίδας νοικοκυράς, λένε μήπως τίποτα γι’ αυτό στο jacobin;
*
άκου, πρέπει να τελειώνουμε με τη νοσταλγία. δεν την μπορώ άλλο. με καταπλακώνει. έχεις καμιά βιβλιογραφία να μου στείλεις; θα ήταν μια αρχή. δεν μπορεί. κάτι καλό θα έχει γραφτεί για τη νοσταλγία. στο μεταξύ, τσάμπα μάζευα εκείνη τη βιβλιογραφία για τον χρόνο – που δε διαβάσαμε ποτέ. έπεσα χθες πάνω σ’ αυτό. θα ήταν ίσως αρκετό. βέβαια, το pdf δεν το βρήκα ακόμη και 93 € είναι πολύς χρόνος. ούτε καν. θυμήθηκα ξανά εκείνο τον στίχο του καρούζου «παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος|κορσέδες τα δευτερόλεπτα» και αποφάσισα ότι μετά απ’ αυτόν ποιος νοιάζεται για το βιβλίο. τσάκισα τη σελίδα. 17 στον β’ τόμο, να τον ξαναδιαβάζω πριν τα ραντεβού για να καθυστερώ με στυλ.
*
να τη πάλι η νοσταλγία. από τότε που μας άφησε άλλαξε η αυλή, το σπίτι, ο τρόπος που το κατοικώ. τον σκέφτομαι άρρωστο. τον σκέφτομαι στο τοιχάκι πάντα, να ζητά ζυμώνοντας, σχεδόν να παρακαλά για τα χάδια μας. το αθωότερο τρίχωμα, ο καρούζος το είχε πει κι αυτό. ανασυγκροτώ τα τελευταία του βήματα, όλες τις πιθανές διαδρομές, τρεκλίζοντας στο λιθόστρωτο για να βρει ένα μέρος μακριά μας να πεθάνει. τότε γίνομαι απαρηγόρητος. αλλά πάλι, ευτυχώς, η σκέψη μου τον τελευταίο καιρό είναι τόσο κομματιασμένη που δεν κρατάει για πολύ.
*
είναι οριστικό, αυτό το μπλογκ έκλεισε τον σύντομο κύκλο του. απέτυχε βέβαια παταγωδώς. για παράδειγμα, δεν κατάφερε ποτέ να με πείσει να γράψω. θα το πρόσεξες κι εσύ ότι έχω κατακλέψει όλο τον κόσμο. όχι πως δεν είχα ιδέες. αλλά να, ακόμα και τώρα, βαριέμαι λίγο που γράφω. ύστερα, ξεκίνησε με την προσδοκία να πειραματιστεί πάνω στη συνάρθρωση του προσωπικού και του πολιτικού (εξού και το αμφίφλοξ, λεηλατημένο από τον καρούζο και αυτό), στη δύση ενός κύκλου (ή πολλών) που κλείσαν αμετάκλητα. αντ’ αυτού, κατέληξε να στεγάζει διευθετήσεις παλιών και μελλοντικών ερωτικών αποτυχιών δίπλα σε ακατανόητα κομμουνιστικά λινκς. (επιπλέον, είναι κι αυτή η wordpress με τους περιορισμούς της που μου τη δίνει στα νεύρα). ολόκληρο μια αντίφαση. άμα σου λέω. ακόμη και το τραγούδι που θα ποστάρω τώρα από το παρελθόν έρχεται. τέρμα, αυτό το μπλογκ ανήκει σε έναν κύκλο που έκλεισε. ένα reboot χρειάζομαι. κι αν έτυχε να σου αρέσει κάτι, κράτα το καλού κακού. ποιος ξέρει αν θα γλιτώσει.
*
|μη χανόμαστε|
*
υπό βροχή