the Βιβλιοθήκη Project Archives

του Αλεκσάντερ Πλατς

.

13295228_1698751963680447_854252175_n

.

Βιβλιοθήκη #0

Αποφάσισα σήμερα για πρώτη φορά να χρησιμοποιήσω το facebook για κάτι που μου φαίνεται έστω και λίγο δημιουργικό. Πολλοί και πολλές από εσάς μπορεί να το κάνετε ήδη, γράφοντας ποιήματα, βγάζοντας φωτογραφίες, οτιδήποτε. Και να μην το κάνετε, δεν υπάρχει και κανένα πρόβλημα. Δε λέω, μ’ αρέσει να ανεβάζω κι εγώ τραγούδια που μ’ αρέσουν, να γράφω κι εγώ εξυπνάδες σε στάτους ή σε σχόλια κάτω από στάτους άλλων, να κάνω λάηκ, να κάνω αυτήν την καινούρια την καρδούλα, να προωθώ την δουλειά των φίλων μου, να κανονίζω εύκολα και γρήγορα πού θα βγώ το βράδυ (που τελικά δεν βγαίνω συνήθως), να γράφω επικήδειους για τους μουσικούς που πεθαίνουν συνέχεια, να κάνω πολιτική προπαγάνδα. Ακόμα βέβαια δεν έχω βάλει καμία φωτογραφία δικιά μου και, κυρίως, του γάτου μου, αλλά θα γίνει κι αυτό. Ωραία είναι όλα αυτά, ακόμα κι αν δεν είναι δημιουργικά, ακριβώς όσο ωραία είναι και όλα τα υπόλοιπα πράγματα στον κόσμο, δηλαδή φυσιολογικά και ανθρώπινα μέχρι να αναλυθούν και να φανούν κατασκευασμένα ως φυσιολογικά και ανθρώπινα και μετά να μην έχει μείνει τίποτα πια να το απολαύσουμε ολόκληρο.

Τέλοσπάντων, είπα να κάνω το εξής, και μου φάνηκε δημιουργικό. Μ’ έπιασε σήμερα μια περιέργεια να δω πόσα βιβλία έχω διπλά στην βιβλιοθήκη μου. Θυμόμουν 2-3, αλλά καθώς έψαχνα μου έβγαιναν όλο και περισσότερα, μέχρι που τελικά γέμισα ένα τραπέζι με ρέπλικες που είχαν δίπλα τη δική τους ρέπλικα. Άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι γιατί είναι διπλά αυτά τα βιβλία, τι με έκανε να τα αγοράσω δυο φορές, με τα λίγα λιγοστά ελάχιστα φράγκα που έχω; Έτσι, ξεκίνησαν να σχηματίζονται κάποιες γενικές κατηγορίες ερμηνειών που φωτίζουν αυτό το φαινόμενο. Ανακάλυψα μετά ότι αυτή η κατηγοριοποίηση εξηγεί πράγματα για την ανάγνωση ως απόλαυση, για μένα ως άνθρωπο, για τη συλλογή βιβλίων ως νεύρωση, για το βιβλίο ως εμπόρευμα.

Οι βασικές κατηγορίες λοιπόν ήταν οι εξής: Πρώτον, τα βιβλία που είναι διπλά αλλά σε άλλη γλώσσα το καθένα, κάτι που έχει να κάνει με τη λογοτεχνική αξία του ίδιου του βιβλίου συνήθως, και την επιθυμία να το διαβάσεις στο πρωτότυπο. Δεύτερον, τα βιβλία που είναι στην ίδια γλώσσα, αλλά σε διαφορετικές εκδόσεις. Αυτό σχετίζεται περισσότερο με την συλλεκτική μανία και την αισθητική απόλαυση απ’ το βιβλίο ως αντικείμενο. Τρίτον, τα βιβλία που είναι διπλά επειδή είχα ξεχάσει πως τα έχω, κάτι που προκύπτει απ’ τον ιδιαίτερο τύπο αλλοτρίωσης που συμβαδίζει μ’ αυτήν τη συλλεκτική μανία. Υπάρχουν φυσικά και κάποιες εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως προσωπικά ζόρια και προσωπικά βίτσια, κι εκεί είναι όπως πάντα το ζουμί της υπόθεσης.

Τα βιβλία είναι πράγματα, βέβαια. Αλλά δεν είναι σαν όλα τα άλλα πράγματα. Είναι εμπορεύματα, και σαν εμπορεύματα έχουν μια διπλή φύση ως αξίες χρήσης και ως ανταλλακτικές αξίες. Αλλά κάποια εμπορεύματα τα αγαπάμε και κάποια άλλα όχι, για όλες τους τις αξίες.

Από εδώ και πέρα λοιπόν, θα φωτογραφίζω αυτά τα διπλά βιβλία και θα τα σχολιάζω είτε ως case studies των παραπάνω κατηγοριών είτε ως εξαιρετικές περιπτώσεις μιας συνηθισμένης ιστορίας. Κάθε ποστ θα συνοδεύεται κι από ένα απόσπασμα του κειμένου «Μερικές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας» του Ζωρζ Περέκ, που είναι ένα πολύ ωραίο και αστείο κείμενο.

Την πρώτη φωτογραφία θα την ανεβάσω πιο μετά γιατί τώρα φορτίζω την φωτογραφική μηχανή που δεν θυμόμουν ότι έχω μέσα στο σπίτι μου. Το πρώτο απόσπασμα απ’ το κείμενο του Περέκ είναι αυτό:

«Ονομάζω βιβλιοθήκη το σύνολο των βιβλίων που ένας μη επαγγελματίας αναγνώστης έχει συγκροτήσει για την καθημερινή χρήση και ευχαρίστησή του».

.

Βιβλιοθήκη #1

«Θα μπορούσαμε να στοιβάζουμε τα βιβλία μας σε μπαούλα, να τα βάζουμε στο υπόγειο ή στη σοφίτα ή στα βάθη μιας ντουλάπας, αλλά προτιμούμε γενικά να είναι ορατά».

.

Η πρώτη ιστορία διπλού βιβλίου περιλαμβάνει τον κατάλληλο βαθμό ενδιαφέροντος, αισθητικοποίησης και συναισθηματικής εμπλοκής ώστε να είναι η πρώτη νομίζω. Έχω μερικά κενά μνήμης, αλλά νομίζω ότι θα τα καταφέρω – ή θα τα καλύψω με λίγη ασυνείδητη μυθοπλασία ώστε να γίνει πιο ενδιαφέρον το πράμα.1

Αφορά δύο ανθρώπους που δεν βλεπόμαστε πια, ένα στοίχημα, πολύ αλκοόλ και μια ανταλλαγή. Θα προσπαθήσω να μην το σκηνοθετήσω πολύ, δεν είναι ωραίο πράμα – τουλάχιστον δεν μου αρέσει πια.

Το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Λόουρυ το διάβασα το καλοκαίρι του 2009. Δεν το ήξερα πιο πριν, ήξερα μόνο των ομώνυμο τραγούδι των Διάφανων Κρίνων από το υπέροχα σάπιο πρώτο τους single. Τότε κάναμε πολύ παρέα με τον Κ. και τον Γ., μεταξύ άλλων. Ο Κ. έλεγε ότι το «Κάτω από το Ηφαίστειο» είναι το αγαπημένο του βιβλίο (και ήταν γνωστό τοις πάσι ότι τα Κρίνα ήταν το αγαπημένο του συγκρότημα). Υποστήριζε επίσης ότι είχε προτείνει/δανείσει αυτό το βίβλιο σε πάρα πολύ κόσμο, αλλά κανένας δεν κατάφερνε ποτέ να το τελειώσει. Εγώ κι ο Γ. τον κοροϊδεύαμε λίγο γι’ αυτό. Όχι ότι μας έλεγε απαραίτητα ψέματα, αλλά φαινόταν να αντλεί τρομερή ικανοποίηση από αυτόν το μύθο που είχε φτιάξει. Μάλλον ιντριγκαριζόμασταν κιόλας, γιατί η λογοτεχνία συγκροτούσε αρκετά την κοινή μας ταυτότητα ως παρέα – μαζί με την πολιτική βέβαια. Μας προκάλεσε λοιπόν σε ένα στοίχημα: αν καταφέρναμε να το τελειώσουμε θα μας κέρναγε όλη τη νυχτά ό,τι πίναμε σε ένα μπαρ που πηγαίναμε συχνά. Έπινα κι εγώ αρκετά εκείνον τον καιρό, τώρα όχι και τόσο.

Αγόρασα το βιβλίο και πήγα διακοπές στην Κρήτη. Το διάβασα αρκετά γρήγορα. Στην πίσω πλευρά του, που ήταν φαρδιά και άσπρη, τρίβαμε την σοκολάτα που είχαμε μαζί μας, κι ακόμα έχει τους καφετί λεκέδες. Νεολαία, τι να πεις. Με συγκλόνισε πάντως, πρώτη φορά διάβαζα κάτι τόσο μοντερνιστικά αντινεωτερικό. Μετά είδα και την ταινία του John Huston με τον Albert Finney, συμπαθητική. Κι ο Γ. το διάβασε βέβαια, του άρεσε πολύ κι αυτού, ίσως για άλλους λόγους.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Κ. φυσικά τήρησε την υπόσχεσή του. Δεν φαινόταν ενοχλημένος που έχασε το στοίχημα και θα πλήρωνε τα κέρατά του σε ξίδια. Βγήκαμε σ’ εκείνο το μπαρ, που ήταν και ακριβό (δεν λέω ποιο, δεν του κάνω διαφήμιση, να πάει να γαμηθεί), και πίναμε όλο το βράδυ τζιν Hendrick’s με κομμένο αγγούρι. Δυστυχώς μεσκάλ δεν είχανε. Τουλάχιστον 150 ευρώ λογαριασμός. Τότε νόμιζα ότι οι λόγοι που δεν τον πείραξε ήταν δύο: ότι είχε γενικά περισσότερα φράγκα από εμάς, κι ότι τον ικανοποιούσε σε ένα βαθύτερο επίπεδο, σαν δέσιμο, σαν πραγματικότερη αλληλοκατανόηση από πριν. Κοιτώντας το από απόσταση, πιστεύω ότι ήθελε να μας παρασύρει σε μια αλκοολική φαντασίωση αναβίωσης του ίδιου του βιβλίου, ειδικά των σκηνών με τον Πρόξενο, τον αδερφό του και την Υβόν. Εσύ κερδίζεις το στοίχημα και το αλκοόλ, ο άλλος που να ξέρεις τι κερδίζει ή χάνει μέσα στην ψυχή του.

Λίγο καιρό μετά, ο Κ. είχε έρθει σπίτι μου. Χαζεύοντας τη βιβλιοθήκη μου, είδε κάτι παλίες εξαντλημένες μπροσούρες Ντελέζ και Γκουαταρί που είχε βγάλει παλιότερα η Ελευθεριακή Κουλτούρα. Του Κ. του άρεσαν πολύ, και το επιτελούσε κιόλας το ότι του αρέσουν, όπως κάνουμε όλοι δηλαδή. Εμένα δε μου άρεσαν καθόλου, και το επιτελούσα κι αυτό – τους έκραζα συχνά, αλλά λεφτά για τα βιβλία τους έδινα ο μαλάκας. Μου ζήτησε να τις ανταλλάξω με κάτι δικό του. Του λέω, τι έχεις να μου δώσεις; Μου έδωσε την αγγλική έκδοση του «Κάτω από το Ηφαίστειο».

Δεν το διάβασα στα αγγλικά ποτέ για να πω την αλήθεια. Έχει μάλλον έναν τοτεμικό χαρακτήρα. Είναι κομμάτι ενός ανθρώπου, ή καλύτερα, μιας κοινωνικής σχέσης, που δεν συμμετέχω πια. Προσπαθείς να αποφύγεις την αισθητικοποίηση και να κρατήσεις μια απόσταση, μπας και κοιτάξεις λίγο πιο κατάματα τον συναισθηματικό πυρήνα της υπόθεσης, κι έρχεται η μελαγχολία να σε δαγκώσει στον κώλο.

 .

Βιβλιοθήκη #2

«Τα βιβλία τακτοποιούνται – γενικά – κατά τη φορά του ύψους κι έτσι ώστε ο τίτλος στη ράχη του τόμου να είναι ορατός. Μερικές φορές όμως, όπως και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εκθέτουμε το εξώφυλλο των βιβλίων».

 .

Η δεύτερη ιστορία διπλού βιβλίου αφορά την «Εφεύρεση του Μορέλ» του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες. Είναι αυτό το πράγμα που έχω βάλει εκεί αριστερά στο προφίλ που σε ρωτάει τι δουλειά κάνεις – και το απάντησα ειρωνικά, όπως συνηθίζεται στους νέους και τις νέες της εποχής μας.2

Κατά καιρούς λέω ότι είναι το αγαπημένο μου μυθιστόρημα, αλλά μιας και είμαι εμμονικός με τις λίστες, κάθε τόσο μπαίνω στη διαδικασία να το ξανασκεφτώ, να τα ξαναβάλω κάτω, να τα μετρήσω, να τα βρω λειψά, να τα λοιδορήσω.

Το θέμα είναι ότι αυτό το μυθιστόρημα άλλαξε αρκετά τον τρόπο που διαβάζω, οπότε θα σας μιλήσω λίγο γι’ αυτό πριν πάω στην ιστορία του πώς βρέθηκε δυο φορές μέσα στο σπίτι μου. Εγώ όταν ήμουν στην εφηβεία και λίγο αργότερα ακόμα, διάβαζα πολύ πρωτοποριακά πράματα να πούμε. Είχα αυτήν τη μοντερνιστική νεύρωση της πρωτοπορίας τέλος πάντων, με τον κλασικό αλλοτριωμένο τρόπο που μπορεί να την έχει ένα παιδί μικροαστών μισθωτών τον 21ο αιώνα. Όχι ως μελέτη της καλλιτεχνικής ιστορίας με έναν παραδοσιακά αστικό τρόπο, αλλά με μια αίσθηση ριζοσπαστικής αναζήτησης – μιας προσομοίωσης μποέμ αντικουλτούρας. Όταν είσαι 17 χρονών μπορείς να μαγευτείς εύκολα απ’ αυτήν την αφήγηση, απ’ αυτήν την εσάνς μοναδικότητας. Αλλά στην πραγματικότητα είναι κι αυτός μάλλον ένας από τους στρωμένους δρόμους που μπορείς να διαλέξεις – ένας από τους γυαλισμένους διαδρόμους στο μεταμοντέρνο πολιτιστικό σουπερμάρκετ των ιδεών. Ξεκινάς με λίγο Φύλακα στη Σίκαλη, μετά διαβάζεις λίγο Μπήτνικς, πας προς Ρεμπώ και Μπωντλέρ, παίρνεις το gateway drug για τον Σουρρεαλισμό (τον Λωτρεαμόν δηλαδή), και μετά ανοίγεσαι στα μεγάλα όπλα, τον Τζόυς, τον Μπέκετ, τον Προυστ. Και πριν το καταλάβεις καν, είσαι 21-22 χρονών και νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα. Έχω ρωτήσει κόσμο, έχει συμβεί και σ’ άλλους.

Όταν διάβασα την Εφεύρεση του Μορέλ λοιπόν, το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν Λατινοαμερικάνο που γράφει μια περιπέτεια ψευδο-επιστημονικής φαντασίας, μ’ έκανε να νιώσω ότι διαβάζω παραλογοτεχνία σχεδόν. Με παρέσυρε όμως, δεν ξέρω πώς να το εκφράσω, εκεί που είχα συνηθίσει ότι οι σελίδες των βιβλίων κουβαλάνε και το ιστορικό βάρος της εμπειρίας του 20ου αιώνα, στην Εφεύρεση του Μορέλ τις ένιωθα πανάλαφρες, αλλά χωρίς να μου φαίνονται ούτε στο ελάχιστο επιφανειακές ή ρηχές.

Πάμε τώρα στην ιστορία του δεύτερου βιβλίου γιατί μου βγαίνει μεγάλο. Πριν 2 χρόνια αν θυμάμαι καλά, έκανα μια βόλτα στα παλιατζίδικα εκεί γύρω απ’ το Μπιτ Μπαζάρ στη Θεσσαλονίκη. Πέρασα απ’ το υπόγειο με τα παιχνίδια στην Ίωνος Δραγούμη, κατανάλωσα λίγο καλτ νοσταλγία, και μετά πήγα να χαζέψω κάνα βιβλίο – κλασικά, αν δεν ξόδευα και κάνα φράγκο θα έσκαγα. Σ’ ένα απ’ τα παλαιοβιβλιοπωλεία εκεί πέρα, βλέπω την Εφεύρεση σε έκδοση της Άγρας, του 1986. Δεν το ‘χα ξαναδεί. Ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να αγοράσω ένα βιβλίο ως διακοσμητικό στοιχείο για το σπίτι. Το εξώφυλλο είναι μία απ’ τις 8 λιθογραφίες που είχε κάνει ο Μαξ Ερνστ το 1919, με τον γενικό τίτλο «Let There Be Fashion, Down with Art». Σ’ αυτές τις λιθογραφίες, οι νόμοι της επιστήμης και του ορθού λόγου παύουν να ισχύουν, και τα ανασυντιθέμενα θραύσματά τους φτιάχνουν μια τυχαία μηχανική αισθητική. Ο Ερνστ μας δείχνει το τέλος της παραδοσιακής τέχνης και το γιορτάζει κιόλας, είναι πολύ παιχνιδιάρικες οι απεικονίσεις.

Χαζεύοντάς το έτσι όπως είναι φάτσα φόρα στη βιβλιοθήκη, μοιάζει με διακοσμητικό αντικείμενο. Σ’ ένα επίπεδο, είναι φετιχιστικό. Το ‘χω βάλει εκεί, το βλέπω εγώ, το βλέπουν κι άλλοι. Αυτό που λένε ότι οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μεταβάλλονται σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα. Αλλά απ’ την άλλη, το να σκέφτεσαι ότι ένα βιβλίο είναι καθαρό περιεχόμενο, και όχι υλική μορφη, δε μ’ αρέσει. Όπου υπάρχει ένα περιεχόμενο, υπάρχει και η μεσολάβησή του από μια μορφη. Είναι ένα προϊόν. Κάποια σώματα έβαλαν ζωντανή εργασία για να το φτιάξουν, ή χειρίστηκαν μηχανές για να το παράξουν. Ένα άλλο σώμα έφτιαξε το εξώφυλλο, ακόμα κι αν μπήκε στη μέση ένας υπολογιστής. Το σώμα του συγγραφέα χύθηκε πάνω σ’ ένα χαρτί για να το γράψει. Και τα σώματα που το διαβάζουν, κι αυτά σώματα είναι. Μαλακία να υποτιμήσεις τη δουλειά τόσων σωμάτων. Για χάρη ποιανού δηλαδή; Του μυαλού;

Ο Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες ξεκινάει να γράψει το μυθιστόρημά του και λέει: «Σήμερα, σ’ αυτό το νησί, συνέβη ένα θαύμα: το καλοκαίρι ήρθε νωρίς».

.

Βιβλιοθήκη #3

«Μια βιβλιοθήκη που δεν την τακτοποιούμε αποδιοργανώνεται: αυτό είναι το παράδειγμα που μου έδωσαν προσπαθώντας να με κάνουν να καταλάβω τι είναι εντροπία και πολλές φορές το εξακρίβωσα εμπειρικά».

.

Το τρίτο βιβλίο είναι τριπλό. Είναι ο Άμλετ. Θα μπορούσε να είναι και τετραπλό, γιατί το έχω και σε Κλασικά Εικονογραφημένα, αλλά βρίσκεται στο υπόγειο στη Θεσσαλονίκη. Δεν είμαι σίγουρος αν το θέλω εδώ. Στην τελική, δεν ήταν καν δικό μου.

3

Τον Σαίξπηρ τον αγαπάω πολύ. Θεωρητικά τον έχω σπουδάσει και στη σχολή, αλλά δεν πήγα ποτέ στο μάθημα. Προσπαθώ να τον σπουδάσω και εμπειρικά αρκετά συχνά. Τον έδωσα εξεταστική βέβαια, και είχε πέσει ο Άμλετ! Ήταν στα sos, δεν ήταν; Το μεσαίο βιβλίο της φωτογραφίας, αυτό που είναι στα αγγλικά, ήταν στην ύλη, ήταν σύγγραμμα, το πήρα όταν δήλωσα το μάθημα. Εγώ φταίω που το αγαπάω λιγότερο;

Το αριστερά φαίνεται επιτηδευμένα καλτ ή αγορασμένο ειρωνικά. Θα ‘θελα να πω ότι δεν ισχύει καθόλου, αλλά ισχύει σε ένα βαθμό. Το βρήκα σε έναν τροχήλατο πάγκο με βιβλία στο Μοναστηράκι και το αγόρασα 1 ευρώ από έναν μετανάστη βιβλιοπώλη. Σ’ ένα επιφανειακό επίπεδο, αυτή η καλτ/ειρωνία φαίνεται να προκύπτει από την αντίθεση μεταξύ αυτού του άρλεκιν φωτορομάντζικου εξωφύλλου και του περιεχομένου του έργου. Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι έτσι. Ταιριάζουν. Το βασικότερο θέμα του Σαίξπηρ είναι ο έρωτας, και πιο συγκεκριμένα ο έρωτας ως συνάντηση δομών εξουσίας. Ο Σαίξπηρ έγραφε για τον έρωτα, αλλά έκανε πολιτική φιλοσοφία.

Περιέργως, το πιο ενδιαφέρον είναι το δεξιά βιβλίο. Είναι ο πρώτος τόμος από τα άπαντα του Σαίξπηρ που ξεκίνησε να δίνει το Βήμα το χειμώνα του 2009. Απ’ τη μία πλευρά, πρόκειται για τραυματική εμπειρία, μιας και αγόραζα το Βήμα για κάνα μήνα συνεχόμενα. Απ’ την άλλη, είναι ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους έχω συνδέσει τον Άμλετ με την εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08. Στις 13 Ιανουαρίου 2009 πήρα το λεωφορείο να ανέβω Φιλοσοφική, που την είχαμε καταλάβει. Είχα πάρει ήδη το Βήμα που είχε τον Άμλετ, και στο τέρμα μπήκαν ελεγκτές. Ήταν εκείνες τις μέρες που ένιωθες ότι είχες όλες τις αρνητικές δυνάμεις του κόσμου δίπλα σου. Υπήρχε κι ο φόβος, αλλά υπήρχε κι αυτό. Δεν προσπαθώ να το μυθοποιήσω, έτσι ήταν. Και το να πλακώνεσαι με τους ελεγκτές έχοντας τον Άμλετ στο χέρι σου ήταν συν μία αρνητική δύναμη.

Λίγες μέρες πριν, όσο ήταν ακόμα Δεκέμβρης, είχα γράψει και μοιράσει μόνος μια προκήρυξη στις πορείες και τις καταλήψεις της Αθήνας με τίτλο «γελάμε μπροστά στον κίνδυνο και σπάμε όλους τους κανόνες». Συνέβαιναν πολύ αυτά το Δεκέμβρη. Το τέλος του κειμένου απειλούσε ότι θα καταλάβουμε τα πάντα κι έκλεινε λέγοντας:

«Κι αν είναι τρέλα, έχει την μέθοδό της. Κι αν είναι σχέδιο, έχει την τρέλα του.»

Το πρώτο το λέει ο Άμλετ, το δεύτερο το λέω εγώ.

.

Βιβλιοθήκη Project B-sides

«Όπως οι μπορχεσιανοί βιβλιοθηκάριοι της Βαβέλ που αναζητούν το βιβλίο το οποίο θα αποτελέσει το κλειδί για όλα τα υπόλοιπα, ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην ψευδαίσθηση του περατωμένου και στον ίλιγγο του ασύλληπτου».

.

Αυτά τα δύο βιβλία εξαιρούνται από την κεντρική αρίθμηση. Είναι το ίδιο βιβλίο; Είναι διαφορετικό βιβλίο; Πρόκειται για όργιο φιλολογικών ερμηνειών.side.0

Τον Ιανουάριο του 1904 ο Τζόυς έγραψε ένα δοκίμιο με τις τότε απόψεις του περί τέχνης και του έδωσε τον τίτλο «Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη». Το έστειλε για δημοσίευση στο περιοδικό Dana και του το απορρίψανε. Στις 2 Φεβρουαρίου, ημέρα που ο Τζόυς γινόταν 22 χρονών, ο αδερφός του έγραψε στο ημερολόγιό του: «Ο Τζέημς αποφάσισε να μετατρέψει το δοκίμιό του σε μυθιστόρημα». Έναν χρόνο μετά, ο Τζόυς είχε 902 χειρόγραφες σελίδες, έχοντας ολοκληρώσει 26 από τα 63 κεφάλαια που ετοίμαζε για το μυθιστόρημα “Στήβεν ο Ήρωας”. Λίγο αργότερα το παράτησε, και οι μισές σελίδες του χειρογράφου χάθηκαν οριστικά.

Μέχρι το 1909, ο Τζόυς είχε τελειώσει το μυθιστόρημά του με τίτλο «Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία». Το 1911 το έριξε στη φωτιά να καεί. Η τελική μορφή του ξεκίνησε να δημοσιεύεται το 1914 στο περιοδικό The Egoist. Ο Στήβεν ο Ήρωας εκδόθηκε πρώτη φορά το 1944, μετά θάνατον. Η ιστορία του Στήβεν συνεχίστηκε το 1918 στον Οδυσσέα.

Ο Τζόυς λοιπόν έγραψε ένα δοκίμιο που το έκανε μυθιστόρημα που το απέρριψε που το ξανάκανε μυθιστόρημα που έγινε prequel για ένα άλλο μυθιστόρημα. Ένα κείμενο που επικαλύφθηκε από ένα άλλο κείμενο και μετά από ένα άλλο κείμενο, και η βάση για το έργο είναι τόσο η γραφή όσο και η ίδια η πράξη της επικάλυψης.

Δεν είναι διπλό βιβλίο, είναι παλίμψηστο. Είναι γραφή ανακυκλωμένη, μισογραμμένη, μισοσβησμένη, αλληλοεπικαλυπτόμενη, διαλεκτική. Στο Στήβεν ο Ήρωας, ο πρωταγωνιστής διαβάζει στη μητέρα του το δοκίμιό του για την τέχνη που λέγεται Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη. Η μητέρα του λέει ότι της αρέσει πολύ.

.

Βιβλιοθήκη #4

«Θέλουμε να νομίζουμε πως η τάξη και η αταξία είναι δύο πανομοιότυπες λέξεις που δηλώνουν το τυχαίο. Ενδέχεται επίσης και οι δύο να είναι παγίδες, οφθαλμαπάτες που έχουν προορισμό να συγκαλύψουν τη φθορά των βιβλίων και των συστημάτων».

 .

Η τέταρτη ιστορία διπλού βιβλίου αφορά την Κυρία Ντάλογουέι. Η έκδοση που φαίνεται δεξιά στην φωτογραφία, στην οποία θα καταλήξω στο τέλος, αγοράστηκε πριν από 2 χρόνια, μια ασυνήθιστα ηλιόλουστη μέρα για Λονδίνο, από μια υπαίθρια αγορά.

4

Προφανώς και μου αρέσει να ταξιδεύω. Υπάρχει κανείς που να μην του αρέσει; Ακόμα και οι άνθρωποι που τρομάζουν παθολογικά με τα αεροπλάνα – ξέρω κάνα δυό τέτοιους – συχνά βρίσκουν φοβερά περίπλοκους τρόπους ώστε να ταξιδέψουν. Ένας τρόπος είναι να κάνουν το ταξίδι τους πολύ πιο μακρύ και δύσκολο απ’ ό,τι θα μπορούσε να είναι. Ο πιο περίπλοκος τρόπος είναι να αντιμετωπίσουν τον φόβο τους, να ανεβούν στο αεροπλάνο και να κρατάνε το χέρι ενός λίγο-πολύ άγνωστου ανθρώπου μέχρι να φτάσουν.

Εγώ δεν ταξιδεύω ποτέ έτσι χύμα. Πριν πάω ένα ταξίδι, διαβάζω ταξιδιωτικούς οδηγούς, αγοράζω χάρτες, ετοιμάζω διαδρομές, χωρίζω μέρες, ώρες, γεύματα. Εντάξει, γύρω στην 3η-4η μέρα σε μια ξένη πόλη, αφήνω και ένα περιθώριο τυχαίας περιπλάνησης – όχι και πολύ, λίγες ωρίτσες, έχουμε και δουλειές – έτσι για να πούμε ότι το κάναμε κι αυτό, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το σημείο του ταξιδιού που απολαμβάνω λιγότερο. Αγχώνομαι, τι να κάνω. Αυτός ο τύπος νεύρωσης απαιτεί κι έναν πολύ συγκεκριμένο τύπο σχέσης με τους συνταξιδιώτες σου. Απ’ τη μία να είναι αρκετά οργανωμένοι ώστε να έχουν κατά νου κάποια πράγματα που θέλουν να δουν ή να κάνουν κι αυτοί, αλλά απ’ την άλλη να είναι και αρκετά χύμα ώστε να μην χρειάζεται να συγκρουστούν πολύ τα προγράμματά σας. Χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία ενδιαφέροντος και απάθειας το πράμα, έτσι ώστε ούτε να εκνευριστούν αυτοί μαζί σου, ούτε εσύ μαζί τους. Μοιάζει με παιχνίδι εξουσίας, και μερικές φορές νιώθω άσχημα γι’ αυτό. Αλλά ποτέ δεν μου έχει περάσει έστω και φευγαλέα απ’ το μυαλό να πάω ένα ταξίδι μόνος.

Οι υπαίθριες αγορές είναι πάντα απ’ τα πρώτα πράγματα που βάζω στο πρόγραμμα. Κάποιες φορές τις βρίσκω σε ταξιδιωτικούς οδηγούς, άλλες φορές ρωτάω ανθρώπους που ξέρουν καλά την πόλη. Έχουν κάτι τρομερά οργανικό, είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα στο στομάχι της πόλης, εκεί όπου χωνέυεται μαζί το ατομικό και συλλογικό παρελθόν. Ο Μπένγιαμιν έχει γράψει πολύ όμορφα πράγματα για τις αγορές, έβρισκε σ’ αυτές το σημείο μηδέν της νεωτερικότητας, εκεί όπου η γραμμή ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και τον κόσμο των πραγμάτων αρχίζει να γίνεται όλο και πιο λεπτή – δεν χάνεται εντελώς, αλλά κάποιες στιγμές μοιάζει να τρεμοπαίζει μέσα στην χαοτική ζωντάνια, την λαβυρινθοειδή διάρθρωση, τη συνάντηση μποέμ τουριστών, μανιακών συλλεκτών και βαριεστημένων πωλητών που προσπαθούν να αγοράσουν και να πουλήσουν την ζωή και την ιστορία παλιών ανθρώπων και παλιών συστημάτων σε μικρές-μικρές δόσεις.

Έχω αγοράσει πολλά πράγματα από τέτοιες αγορές. Μερικά τα έχω κρατήσει για μένα, μερικά τα έχω κάνει δώρα. Έχω αγοράσει κιτρινισμένες οικογενειακές φωτογραφίες από πικνίκ στο δάσος της Βουλώνης για 5 cents, έχω αγοράσει γερμανικά ερωτικά γράμματα με ναζιστικά γραμματόσημα πάνω τους, έχω αγοράσει μικρές κονκάρδες με τη φάτσα του Λένιν που βρίσκονταν θαμμένες κάτω από χριστιανικά σταυρουδάκια, έχω αγοράσει παιδικά παιχνίδια, ξανθιές κούκλες που φτιάχτηκαν πριν από 100 χρόνια και πλέον έχουν μόνο ένα μάτι, έχω αγοράσει συσκευές απαρχαιωμένων τεχνολογιών που οι πωλητές τους δε μπορούσαν να μου εξηγήσουν σε τι χρησίμευσαν κάποτε. Αυτή είναι η βία της Ιστορίας, να αγοράζει θραύσματα της ζωής σου ένας τουρίστας (καλή ώρα) για να τα βάλει σε μια ωραία θέση στο σαλόνι του.

Πριν από 2 χρόνια λοιπόν, μια ασυνήθιστα ηλιόλουστη μέρα για Λονδίνο (έτσι λένε τουλάχιστον), σε μια υπαίθρια αγορά που δεν θυμάμαι ποια ήταν, αγόρασα την Κυρία Ντάλογουέι της Βιρτζίνια Γουλφ σε μια έκδοση του 1928 για 10 αγγλικές λίρες.

Δεν ξέρω πώς κάποιος μπορεί να σταθεί πραγματικά απέναντι στην βία της Ιστορίας χωρίς να χάσει τα λογικά του ή να πέσει στον κυνισμό, αλλά ξέρω ότι την επόμενη γάτα μου θα την λένε Κλαρίσα.

 .

Βιβλιοθήκη #5

«Είναι σπανιότατο να βρει κανείς βιβλία σ’ ένα λουτρό, αν και για πολλούς είναι προσφιλής χώρος ανάγνωσης. Η περιρρέουσα υγρασία θεωρείται ομόφωνα ως ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της διαφύλαξης των εντύπων. Το πολύ πολύ να βρούμε σ’ ένα λουτρό ένα ντουλαπάκι φαρμακείου και μέσα σ’ αυτό κάποιο τομίδιο του τύπου Τι πρέπει να κάνουμε ώσπου να φτάσει ο γιατρός».

.

Η πέμπτη ιστορία διπλού βιβλίου είναι για την Λέσχη του Τσίρκα. Το βιβλίο αυτό έχει δύο ιδιαιτερότητες σε σχέση με τ’ άλλα. Πρώτον, είναι το μόνο που είχα ξεχάσει ότι το έχω, οπότε το πήρα δεύτερη φορά χωρίς να το θέλω πραγματικά. Δεύτερον, δεν το έχω διαβάσει καν, κανένα από τα δύο. Τουλάχιστον το δεύτερο το έκλεψα από ένα καφέ/βιβλιοπωλείο στο κέντρο που δεν είχε ούτε ένα ίχνος πρόβλεψης για κλοπές, μάλλον λόγω του εναλλακτικού/βιβλιοφιλικού του προφίλ, ότι ποιος θα τα κλέψει από εδώ, δεν βλέπουμε τα βιβλία ως σκέτα αντικείμενα ή εμπορεύματα, απλά τα πουλάμε μωρέ. Εικάζω τώρα εγώ, δεν ξέρω, ήταν όλα προκλητικά αφρούρητα πάντως. Τουλάχιστον γλίτωσα μερικά λεφτά.

5

Όταν είπα σ’ έναν φίλο μου ότι γράφω αυτά τα πράγματα στο facebook, μου είπε ότι θα είχε ενδιαφέρον κι ένα τέτοιο πρότζεκτ για τα βιβλία που έχουμε σπίτι μας και δεν έχουμε διαβάσει ποτέ. Μάλλον θα είχε λιγότερο στυλ, αλλά ίσως έλεγε περισσότερα για το ποιοι και ποιες είμαστε.

Ποτέ μου δεν διάβασα πολλή ελληνική λογοτεχνία. Δεν πρόκειται για κανένα γεγονός δυσερμήνευτο. Είναι αρκετά παραδοσιακό στην εφηβική αντιεξουσιαστική υποκειμενοποίηση, μια πλευρά της τουλάχιστον. Δεν υπάρχει τίποτα για μένα εδώ, όλα είναι σκατά, όλα ήταν σκατά, όλα θα είναι σκατά. Επικοινωνείς πιο εύκολα με το Παρίσι του 1871, την Πετρούπολη του 1917, τη δημοκρατία της Βαϊμάρης, την Βαρκελώνη του 1936, ξανά το Παρίσι του 1968, πολύ Παρίσι γενικά. Κι αυτή η ελληνική αριστερά κι οι λογοτέχνες της, γραφειοκρατία και μιζέρια, μιζέρια και γραφειοκρατία. Μπορεί να ξεπεράσεις την αλλεργία για κάθε τι ελληνικό, να αρχίσεις να ψάχνεις προγόνους εδώ πέρα που σταθήκαν ενάντια στην σαπίλα, να προσπαθήσεις να επικοινωνήσεις μαζί τους. Λογικό, θεμιτό. Αλλά αυτοί οι αριστεροί ρε γαμώτο, δεν παλεύονται με τίποτα. Δεν το καταδικάζω, ούτε το μετανιώνω ακριβώς, αλλά έχει ένα στοιχείο μικροαστικού επαρχιώτικου ριζοσπαστισμού αυτό το πράμα.

Διάβαζα τους «αστούς» έλληνες λογοτέχνες όπως ο Εμπειρίκος, ή άλλους πιο πειραματικούς όπως ο Σκαρίμπας και ο Κάλας. Έπειτα, ένα κλασικό σημείο μετάβασης και ταύτισης είναι οι «πρώην», οι διαφωνούντες, η αριστερή αντιπολίτευση. Ο Μίσσιος, ο Αλεξάνδρου. Σε αγγίζουν, σε συγκινούν, αλλά κυρίως ενισχύουν και τις πολιτικές σου βεβαιότητες. Αυτό περίμενα ίσως και από τον Τσίρκα όταν τον πρωτοδιάβασα. Είχα πάρει την Χαμένη Άνοιξη. Λέω, εντάξει, θα κάνουμε λίγο κουράγιο με την αριστερή κλάψα, αλλά θα τα καταφέρουμε, κάτι θα έχει να μας πει, όλοι λένε πως είναι καλός συγγραφέας. Στην αρχή πήγαινε καλά, είχε αρκετά μοντερνιστική γραφή, είχε στοιχεία αντικουλτούρας, όλα καλά. Αλλά προς το τέλος, όσο πλησίαζε η συναισθηματική επιστροφή στην αγκαλιά του κόμματος, άρχισε να με κλωτσάει. Το τέλειωσά, και συνολικά το απόλαυσα, αλλά με προβλημάτισε. Είναι πολύ δύσκολο να υποκειμενοποιηθείς πολιτικά προς αριστερά και αντιεξουσία στην Ελλάδα και να μην έχεις κάποιου είδους συμπλεγματική σχέση με το κόμμα. Όταν του ζήτησαν απ’ το ΚΚΕ να αποκηρύξει τη Λέσχη, ο Τσίρκας απάντησε το εξής: «Κατέγραψα τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο να την πάρω απ’ το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο». Αλλά εκεί, 15 χρόνια μετά, στην Χαμένη Άνοιξη, το θέλει ακόμα, του λείπει.

Μετά αγόρασα και τη Λέσχη, πήρα Αλεξίου, Αξιώτη. Πήρα να διαβάσω και λίγο για τη γενιά του ’30, τις ιδεολογικές της αντιφάσεις, τέτοια. Δεν έχω ασχοληθεί και τόσο, αλλά είναι εκεί και περιμένουν. Ξανα-αγόρασα τη Λέσχη, δε θυμόμουν ότι την είχα ήδη. Με μπερδεύει το ζήτημα αυτό, το παρελθόν, πέρα από καθολικό και ιστορικό με γιώτα κεφαλαίο, είναι και συγκεκριμένο, εδαφικοποιημένο, με γιώτα μικρό. Θέλω να βρω, και να βρούμε, έναν τρόπο συσχέτισης μαζί του – η νεκροφιλία δεν μου ταιριάζει, η αφηρημένη καταδίκη δεν με καλύπτει πια.

Κάποιες ιστορίες είναι πιο βαρετές από τις άλλες. Είμαι ΟΚ μ’ αυτό.

.

Βιβλιοθήκη Project B-sides

«Στην απολογία της συμπαθητικής ακαταστασίας των βιβλίων αντιτίθεται ο μίζερος πειρασμός της ατομικής γραφειοκρατίας: κάθε πράγμα σε μια θέση και κάθε θέση για ένα πράγμα και αντιστρόφως».

.

Ο Φύλακας στη Σίκαλη πιο παλιά ήταν διπλός, τώρα είναι μόνος του. Γι’ αυτό εξαιρείται απ’ την κεντρική αρίθμηση.

side

Είναι ανεκδιήγητη η γοητεία που ασκεί αυτό το βιβλίο, και σχεδόν αναπόφευκτη. Το έχω αναφέρει ήδη μια φορά σ’ αυτά τα posts, ως συχνό σημείο εκκίνησης μιας λογοτεχνικής διαδρομής υποκειμενοποίησης που βάζει στο κέντρο της την αίσθηση ριζοσπαστισμού, την ανησυχία, τη μποέμ αναζήτηση, τη συλλογή εξαιρετικών στιγμών, την κυριαρχία του στυλ.

Δεν ξέρω με ποια μάτια βλέπω πια αυτό το βιβλίο. Μου άσκησε τρομερή επιρροή, φυσικά, όπως και στους περισσότερους έφηβους και έφηβες που το διαβάζουν. Απ’ ό,τι έμαθα αργότερα, άσκησε επίσης τρομερή επιρροή σε διάσημους ή επίδοξους δολοφόνους. Μεταξύ αυτών, ο δολοφόνος του Λέννον λέγεται ότι ήθελε να αλλάξει το όνομά του σε Χόλντεν Κόλφιλντ, ενώ όταν τον συνέλαβαν οι μπάτσοι είχε μαζί του ένα αντίτυπο του βιβλίου, στο οποίο είχε γράψει «Αυτή είναι η δήλωσή μου».

Όλα σ’ αυτό το βιβλίο είναι γοητευτικά, αν αφεθείς να σε γοητεύσουν. Ο Χόλντεν, σε μια απ’ τις πιο διάσημες ατάκες του, λέει ότι χαίρεται κάπως που έφτιαξαν την ατομική βόμβα, κι ότι άμα ξαναγίνει πόλεμος θα πάει να γίνει εθελοντής για να κάτσει πάνω της καθώς θα εκρύγνειται. Και μετά ορκίζεται στο Θεό ότι θα το κάνει. Γιατί να γοητεύει αυτό το πράγμα; Πώς το γράφεις αυτό το πράγμα εν έτει 1951; Καταλαβαίνω γιατί το γράφεις, αλλά δεν καταλαβαίνω πώς. Όλοι γύρω του είναι ψεύτικοι, κάλπηδες. Αυτός με ποιον τρόπο είναι αληθινός; Εύκολη η απάντηση: μα δεν είναι, αυτό είναι το νόημα. ΟΚ, εσύ όμως γιατί νιώθεις πιο αληθινός διαβάζοντάς το; Με τι συνδέεσαι πραγματικά; Με την διαπίστωση για το αναπόφευκτο και το μάταιο της αναζήτησης αυθεντικότητας ή με τον ψεύτικο Χόλντεν που δεν είναι σαν τους άλλους ψεύτικους ανθρώπους;

Δεν αντέχω πια τον κυνισμό. Έχω μπόλικα ελαττώματα, αλλά δεν αντέχω τον κυνισμό. Είναι εχθρός μας ο κυνισμός, δεν πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε χαλαρά, δεν πρέπει να τον αισθητικοποιούμε. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό, το λέω με σιγουριά. Πιστεύω ότι ο Σάλιντζερ το ήξερε πολύ βαθιά, κι είμαι περίεργος για το πώς ένιωθε πραγματικά γι’ αυτό το βιβλίο. Φαντάζομαι ότι ο κυνισμός ήταν τεράστιος πειρασμός μετά τον Β’ΠΠ, όπως είναι και τώρα.

Την πρώτη φορά που το διάβασα, το τέλος του με ξάφνιασε. Ήταν εντελώς αντι-ηρωικό, εντελώς αντι-αισθητικό, μου φάνηκε αρχικά πολύ φτωχό σαν εμπειρία. Ναι, αλλά εκεί ανατρίχιασα για πρώτη φορά, σε καμιά απ’ τις άλλες σελίδες. Εκεί που είναι γεμάτος χαρά και συγκίνηση που βλέπει τη μικρή του αδερφή να καβαλάει ένα απ’ τα άλογα του καρουζέλ στον ζωολογικό κήπο, που του λείπουν δύο συμμαθητές του, ακόμα κι ο νταβατζής που τον πλάκωσε. Εκεί που σε προειδοποιεί ότι το να λες την ιστορία σου οδηγεί στο να σου λείπουν οι άνθρωποι με τους οποίους την μοιράστηκες. Ο πραγματικός μας πλούτος είναι ο πλούτος των κοινωνικών μας σχέσεων.

Το δεύτερο βιβλίο του Φύλακα στη Σίκαλη το έχει η αδερφή μου. Δε μπορείτε να το δείτε, αλλά αυτήν τη στιγμή χαμογελάω. Είναι Κυριακή πρωί.

.

Βιβλιοθήκη #6

«Ταλαντευόμενοι πάντα ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις, στη μία που πριμοδοτεί την ατημελησία, την αναρχίζουσα αφέλεια, και στην άλλη που εξαιρεί τις αρετές της tabula rasa, την αποτελεσματική ψυχρότητα της άψογης τακτοποίησης, τελικά προσπαθούμε να βάλουμε σε μια τάξη τα βιβλία μας».

.

Η έκτη ιστορία αφορά το μοναδικό μη-λογοτεχνικό βιβλίο που έχω πάνω από μια φορά. Το γεγονός ότι έχω τριπλό τον Μετασχηματισμό της Δημοκρατίας του Γιοχάνες Ανιόλι είναι μάλλον το πιο παράξενο πράγμα που συμβαίνει στη βιβλιοθήκη μου. Αυτή είναι μια σχετικά βαρύνουσα δήλωση, όσο βαρύνουσα μπορεί να είναι δηλαδή μια τέτοια δήλωση, καθώς συχνά αγοράζω βιβλία που μου φαίνονται αλλόκοτα, που μοιάζουν να έχουν ένα δεδομένο trash value, ή που μπορούν να εγγυηθούν μια ασυνήθιστη βραδιά ανάγνωσης. Μερικά τέτοια που θυμάμαι αυτή τη στιγμή, ή είναι αρκετά κοντά για να μπορώ να τα δώ, είναι μια βιογραφία της Τζένης Φον Βεστφάλεν-Μαρξ, το «Στάλιν – Τα Υπέρ και τα Κατά», το βιβλίο του Πρετεντέρη για την 17Ν (αλλά κι ένα του Λοβέρδου για την τρομοκρατία), ένα βιβλίο με κουτσομπολιά για τον έρωτα Μπρούνι-Σαρκοζύ, το «Από την φτώχεια στην αναγνώριση» του Νίκου Αλέφαντου και το Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Τουλάχιστον φροντίζω να μη δίνω ποτέ πάνω από 2 ευρώ γι’ αυτά τα πράγματα.

6

Η αλήθεια είναι ότι εδώ και κάποια χρόνια διαβάζω ελάχιστα πολιτικά βιβλία – φιλοσοφικά, ακόμα λιγότερο. Αυτό δεν συμβαδίζει με μια αυξανόμενη απάθεια γι’ αυτό που λέμε «πολιτική», κάθε άλλο. Προσπαθώ να δίνομαι όσο περισσότερο μπορώ στους συλλογικούς αγώνες, ακόμα κι αν αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο καθώς περνάει ο καιρός. Αυτό, δεν θέλω να το πω με μεγαλύτερα λόγια απ’ ό,τι αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Στο facebook, όπως και παντού, τέτοιες δηλώσεις κοστίζουν από λίγο έως καθόλου. Δεν λέω ότι δεν έχω ιδέες ή δεν φαντασιώνομαι πράγματα, αλλά σε συναισθηματικό επίπεδο το όραμα του κομμουνισμού πηγάζει μάλλον περισσότερο από τις καθημερινές μου σχέσεις, την λογοτεχνία και το hip-hop, παρά από την μελέτη της επαναστατικής θεωρίας.

Δεν ήταν πάντα έτσι βέβαια. Ήμουν κι εγώ φοιτητής, κι άμα είσαι «πολιτικοποιημένος φοιτητής» της αριστεράς και της αντιεξουσίας, το πολιτικό και φιλοσοφικό διάβασμα μπορεί να γίνει σημαντικό κομμάτι της ζωής σου – ειδικά αν σ’ αρέσει να μιλάς και να σ’ ακούνε. Δηλαδή αν είσαι «πολιτικοποιημένος φοιτητής». Κάποιοι που θα διαβάσουν αυτήν την ανάρτηση ξέρουν και θυμούνται ότι έχουμε περάσει αδικαιολόγητα πολλές ώρες συζητώντας τέτοια πράγματα, ζητήματα θεωρίας και φιλοσοφίας, για τον Μαρξ, τον Ντεμπόρ, τον Καστοριάδη, τον Φουκώ, τον Χέγκελ. Κάποιοι άλλοι και κάποιες άλλες, ίσως θυμηθούν πόσο πολύ τους πρήζαμε τα συκώτια όταν τα συζητάγαμε και ήταν κοντά μας. Γαμώτο, αυτές οι αναρτήσεις αρχίζουν να μοιάζουν όλο και περισσότερο με απολογία κατηγορούμενου, αλλά δεν το εννοώ έτσι. Απλά προσπαθώ να συμφιλιωθώ με το πώς έχω αλλάξει σαν άνθρωπος αυτά τα 10 χρόνια ενήλικης ζωής, και να καταλάβω αν έχω γίνει καλύτερος ή χειρότερος.

Δεν αντιπαθώ την θεωρία, ούτε την θεωρώ το αντίθετο της πράξης, προφανώς. Δεν θα κάτσω να πω κοινοτοπίες, τα ξέρετε αυτά. Καμιά φορά όμως θυμάμαι τέτοιες θεωρητικές συζητήσεις, και το μόνο στο οποίο μπορώ να εστιάσω πλέον είναι η απουσία συναισθηματικής επαφής. Και μεταξύ ημών και της θεωρίας της ίδιας, αλλά κυρίως μεταξύ μας. Πόσο μακριά να πας χωρίς αυτήν την συναισθηματική επένδυση; Πόσα κενά να καλύψει η αναλυτική ικανότητα άμα οι κοινωνικές σχέσεις είναι όλο και φτωχότερες;

Μερικές φορές πιάνω να ξαναδιαβάσω κάτι τέτοιο, αλλά πλέον εστιάζω και σ’ άλλα πράγματα, ασυναίσθητα, χωρίς να το βάζω στόχο. Στο πόσο ποιητική είναι η γλώσσα του Μαρξ για παράδειγμα. Άμα είχε προσπαθήσει λίγο παραπάνω, λες να γινόταν καλύτερος ποιητής απ’ ό,τι Μαρξ; Άλλες φορές τρώω σκαλώματα με περίεργα πράγματα. Για παράδειγμα, το μεσαίο και το δεξιά βιβλίο της φωτογραφίας είναι του ίδιου εκδότη και έχουν ακριβώς την ίδια ημερομηνία έκδοσης. Μάιος του 1972. Μάιος του 1972. Στην Αθήνα. Στην Αθήνα. Τι συμβαίνει εδώ; Γιατί έχουν διαφορετικό εξώφυλλο; Λες να εξαντλήθηκε και να ξανατυπώθηκε μέσα στον ίδιο μήνα; Λες να πρόκειται για glitch; Να εκδόθηκε αργότερα και να αντιγράψανε και την ημερομηνία μαζί με τα άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά; Ίσως είναι αποτέλεσμα λούφας ή σαμποτάζ, προϊόν μοριακής ταξικής πάλης. Η χούντα τι γνώμη είχε για όλα αυτά; Μήπως διάβασαν τον τίτλο και τους φάνηκε ψιλοφιλοχουντικός; Μήπως πρόκειται για οργανωμένο σχέδιο; Μήπως είναι επικίνδυνο που τα έχω και τα δύο, και μάλιστα δίπλα-δίπλα; Είναι γοητευτική η παράνοια, άμα είναι για πλάκα.

Είναι καλό βιβλίο πάντως, δεν είναι για τρεις φορές, αλλά είναι καλό βιβλίο. Τα «πολιτικά βιβλία» μπορεί να είναι βαρετά μερικές φορές, ή να τα βαριέμαι εγώ πλέον, αλλά ίσως μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι είναι και χρήσιμα. Ο Robert Gascoyne-Cecil, τρίτος μαρκήσιος του Salisbury και πρώην πρωθυπουργός της Αγγλίας, είχε πει ότι ένα γραμμάριο εμπειρίας αξίζει όσο ένας τόνος θεωρίας. Ένας τόνος κι ένα γραμμάριο μαζί είναι πιο βαριά από έναν τόνο μόνο του κι από ένα γραμμάριο μόνο του.

.

Βιβλιοθήκη #7

«Το να βάλουμε σε τάξη τα βιβλία μας είναι μια επιχείρηση βασανιστική, αποκαρδιωτική, που ενδεχομένως κρύβει εκπλήξεις, όπως την επανεύρεση ενός βιβλίου που το είχαμε λησμονήσει, και το οποίο καταβροχθίζουμε τελικά πάλι, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο κρεβάτι, αναβάλλοντας για την επόμενη ό,τι δεν θα κάναμε αυθημερόν».

.

Η έβδομη ιστορία διπλού βιβλίου αφορά το «Do Androids Dream of Electric Sheep?» του Φίλιπ Κ Ντικ. Δεν θα μπω καν στο ζήτημα της ελληνικής του μετάφρασης. Πρόκειται για πραγματική ιστορία, με συναρπαστικά γεγονότα, οπότε θα προσπαθήσω να μείνω σ’ αυτά, χωρίς να το ρίξω εντελώς στην αυτοβιογραφική ενδοσκόπηση. Καλό είναι να χαλαρώνουμε που και που.

7

Λοιπόν, μια απ’ τις μεγαλύτερες φαντασιώσεις μου ήταν πάντα να κλέψω ένα έργο τέχνης. Αν με ρωτήσεις τι δουλειά θα ‘θελα να κάνω αν μπορούσα να διαλέξω οτιδήποτε, θα απαντήσω είτε εμπειρογνώμονας (έτσι γενικά, χωρίς συγκεκριμένη ειδικότητα) είτε εγκληματίας τέχνης. Ληστής έργων τέχνης, πλαστογράφος, ή απλά βάνδαλος. Όπως και να ‘χει, να πληρώνομαι γι’ αυτό. Δεν είναι απαραίτητο μια φαντασίωση να έχει βάθος, ούτε να αιτιολογείται ορθολογικά. Αλλιώς τι φαντασίωση θα ήταν; Ο πλαστογράφος πάντως είναι το αγαπημένο μου, αν το κοιτάξω κάπως λογικά. Με συναρπάζει η διαλεκτική αυθεντικού και αντίγραφου, με συναρπάζουν οι ιστορίες των πλαστογράφων, όπως του Elmyr de Hory στο F For Fake του Όρσον Γουέλς ή των Κιβδηλοποιών του Αντρέ Ζιντ.

Πριν από 2 χρόνια, ήμουν με την _ και τον _ στο Λονδίνο. Μια μέρα πήγαμε στην Whitechapel Gallery που είχε μια έκθεση για τον Chris Marker. Περάσαμε πολύ ωραία. Είδαμε το La Jetee σε ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο, σε μια σπάνια, λέει, εκδοχή με διαφορετική εναρκτήρια σεκάνς. Είδαμε το Le Fond de l’air est rouge μπροστά σε μια γιγαντιαία οθόνη, ξαπλωμένοι ανάσκελα στα τεράστια μαξιλάρια στο πάτωμα.

Φεύγοντας, κατεβήκαμε στον κάτω όροφο, και χαζέψαμε λίγο το μαγαζί του μουσείου. Παραδίπλα, σ’ έναν άλλο χώρο, είχε κάποια άσχετα εκθέματα. Πήγα προς τα εκεί, και βρέθηκα σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Μέσα είχε ένα τεράστιο έκθεμα / installation. Μια βιβλιοθήκη σιδερένια, με βιβλία και στις δύο πλευρές, που σχημάτιζε ένα δωμάτιο μέσα στο δωμάτιο, αλλά χωρίς ταβάνι, κάτι σαν αίθριο. Μπορούσες να μπεις στη βιβλιοθήκη, να την δεις από μέσα κι από έξω. Δεν θυμάμαι το όνομα του καλλιτέχνη…

Αμέσως σκέφτηκα να κλέψω ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο που θα είναι ένα αντικείμενο που διαβάζεται, αλλά θα είναι ταυτόχρονα κι ένα κλεμμένο έργο τέχνης. Ήταν μεγάλη ευκαιρία. Δεν φαινόσουν απ’ τις κάμερες, γιατί σε έκρυβε η βιβλιοθήκη, κι εκείνη τη στιγμή ήμουν μόνος. Όπως και να ‘χει, ήταν σίγουρα πιο ασφαλές από το να κλέψεις έναν πίνακα από το Tate ας πούμε. Άρχισα να ψάχνω τα βιβλία, αγχωμένα αλλά προσεκτικά. Δεν ήθελα να κλέψω κι ό,τι να ‘ναι. Κάποια στιγμή πέφτει το μάτι μου σε μια ράχη που έλεγε Philip K. Dick, και το όνομα του βιβλίου ήταν Robot Blues. Ποιο είναι αυτό, είπα από μέσα μου, δεν το ξέρω. Απ’ την άλλη, έχει γράψει και τριακόσια βιβλία ο τύπος. Δε γαμιέται, Φίλιπ Ντικ είναι, ωραίο εξώφυλλο έχει, για ρομπότ λέει, αυτό θα πάρω. Ξανακοιτάω γύρω, σκύβω, το βάζω στην τσάντα και βγαίνω προς τα έξω, ούτε πολύ βιαστικά ούτε πολύ χαλαρά.

Μπροστά από το μουσείο, ήμασταν με την _ και περιμέναμε τον _ να βγει κι αυτός. Ή αντίστροφα, δεν θυμάμαι. Τους λέω πάμε, έκλεψα κάτι από μέσα. Προχωράμε παραπέρα, και το βγάζω από την τσάντα να δω επιτέλους ψύχραιμα, χωρίς άγχος, τι ήταν το βιβλίο/έκθεμα που είχα κλέψει. Ανοίγω μέσα, και τι να δω. Ήταν στα γαλλικά το άτιμο. Μαλακία, δεν ξέρω γαλλικά. Ή δεν θα το διαβάσω ποτέ, ή θα πρέπει να μάθω γαλλικά. Μάλλον δεν θα το διαβάσω ποτέ. Κοιτάω στην πρώτη σελίδα, και βλέπω να γράφει «Titre original: Do androids dream of electric sheep?». Όχι ρε γαμώτο, το έχω διαβάσει αυτό. Τι μαλάκες που είναι οι Γάλλοι, κατάφεραν να βάλουν χειρότερο τίτλο κι απ’ την ελληνική έκδοση.

Έκλεψα ένα έργο τέχνης. Ένα μικρό κι ασήμαντο έργο τέχνης, κομμάτι ενός μεταμοντέρνου installation αντικειμένων, με το μικρότερο δυνατό ρίσκο και τον λιγότερο πιθανό κίνδυνο, αλλά έκλεψα ένα έργο τέχνης. Όσο πλησιάζεις τα 30, συχνά σκέφτεσαι ότι θα μπορούσες να έχεις ζήσει περισσότερα πράγματα μέχρι τώρα. Απ’ την άλλη, θα μπορούσες να έχεις ζήσει και λιγότερα.

.

Βιβλιοθήκη #8

«Σε ό,τι με αφορά, τα 3/4 σχεδόν των βιβλίων μου στην πραγματικότητα ουδέποτε έχουν ταξινομηθεί. Τα περιφέρω από το ένα δωμάτιο στο άλλο, από το ένα ράφι στο άλλο, από τη μία στοίβα στην άλλη, και συμβαίνει να περνώ τρεις ώρες ψάχνοντας ένα βιβλίο, χωρίς να το βρίσκω, έχοντας όμως μερικές φορές την ικανοποίηση να ανακαλύπτω 6-7 άλλα βιβλία που καλύπτουν εξίσου αποτελεσματικά το πρόβλημα».

.

Η όγδοοη ιστορία διπλού βιβλίου αφορά το «Τρυφερή είναι η Νύχτα» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Πάλι θα μιλήσω για την φαντασίωση. Κάποιες φαντασιώσεις είναι πιο εκλεπτυσμένες απ’ τις άλλες, αλλά αυτό δεν τις κάνει λιγότερο φαντασιώσεις. Υπάρχουν πολλές φαντασιώσεις που δεν φαίνεται να περιλαμβάνουν τίποτα άλλο πέρα από σεξουαλικότητα, αν κι αυτό είναι μάλλον αδύνατον, κι υπάρχουν άλλες που επιθυμούν την αναδημιουργία ενός ολόκληρου κόσμου μόνο για πάρτη τους.8

Έχω κι εγώ μια τέτοια φαντασίωση, μεταξύ άλλων. Αρκετός κόσμος μπορεί να φαντασιώνεται να είναι κάποιος άλλος, να είναι κάποιο άλλο ιστορικό πρόσωπο, που έχει ζήσει αλλού και αλλιώς. Το κάνω κι αυτό. Μερικές φορές φαντασιώνομαι να ήμουν μέρος ενός κύκλου, μιας παρέας, ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος – όχι σαν κάποιος άλλος, σαν εγώ. Είναι κι αυτό αρκετά συνηθισμένο νομίζω. Τις περισσότερες φορές αυτός ο κύκλος βρίσκεται στο σπίτι της Γερτρούδης Στάιν στο Παρίσι της δεκαετίας του ’20, μαζί με τους αμερικάνους συγγραφείς που προσπάθησαν να ξεφύγουν από τον εφιάλτη της ιστορίας πηγαίνοντας σε μια απ’ τις μεγαλύτερες πρωτεύουσές του. Τι περίεργοι τύποι που ήταν όλοι αυτοί, ο Χέμινγουέη, ο Φιτζέραλντ, ο Άντερσον, ο Μίλλερ. Και πόσο εντυπωσιακό ήταν που η πρύτανής τους ήταν η Γερτρούδη Στάιν, η οποία παρεμπιπτόντως ήταν ολόϊδια με την γιαγιά μου, οπότε ήδη όλα αυτά είναι ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματικότητα. Δεν θέλω να ήμουν συγγραφέας, μπορεί να ήμουν ξάδερφος κάποιου, ή απλά ένας τύπος που άραζε εκεί μερικά βράδια, κι άμα τα βρούμε τα βρήκαμε. Νομίζω ότι περισσότερη παρέα θα κάναμε με τον Φιτζέραλντ, όποτε θα επισκεπτόταν το σπίτι. Ο Χέμινγουέη είναι γνωστό ότι ήταν κωλόπαιδο, ο Άντερσον υπερβολικά εγκεφαλικός τύπος, κι ο Μίλλερ πιστεύω ότι θα με τρόμαζε. Ο Φιτζέραλντ όμως ήταν ο πιο ευαίσθητος, ο πιο εύθραυστος, ο πιο γλυκούλης.

Η Γερτρούδη τους αποκάλεσε χαμένη γενιά όλους αυτούς. Έτσι λέει τουλάχιστον ο Χέμινγουέη. Γράφει ότι η Στάιν είχε πάει το αμάξι της σε ένα συνεργείο, κι ο πιτσιρικάς που δούλευε εκεί δεν κατάφερε να το φτιάξει. «Είστε όλοι μια χαμένη γενιά», φώναξε το αφεντικό στον πιτσιρικά. Η Στάιν αργότερα μετέφερε το περιστατικό στον Χέμινγουεη, λέγοντάς του «αυτό είστε, αυτό είσαστε όλοι εσείς που υπηρετήσατε στον πόλεμο».

Σχεδόν όλοι αυτοί εμφανίζονται στην ταινία Μεσάνυχτα στο Παρίσι του Γούντι Άλλεν, κάτι που δείχνει ότι μάλλον κι αυτός το ειχε σαν φαντασίωση. Είναι πασιφανές ότι πρόκειται περί μεγάλης σαχλαμάρας η ταινία, αλλά απ’ την άλλη ίσως καλά κάνει που μεταχειρίζεται την φαντασίωσή του με τόσο σαχλό τρόπο. Γιατί να προσποιηθεί ότι έχει πραγματικά κάτι να πει για όλη αυτήν την εμπειρία, ενώ αυτό που θέλει μέσα του είναι απλά να βρεθεί ανάμεσά τους σαν παιδί σε λούνα παρκ;

Το εξώφυλλο της δεξιά έκδοσης είναι πολύ όμορφο, το αδικεί η φωτογραφία. Τα γράμματα είναι ανάγλυφα και ασημένια ώστε να προεξέχουν και να λάμπουν. Μια φορά φαντάστηκα να ήμουν ο Francis Cugat, ο άνθρωπος που έφτιαξε το πρώτο εξώφυλο του Μεγάλου Γκάτσμπυ, το 1925, το μπλε, το καλύτερο εξώφυλλο που έχει φτιαχτεί ποτέ για βιβλίο. Ο Cugat δεν έκανε τίποτα άλλο τόσο αξιόλογο στη ζωή του, σύμφωνα με το ίντερνετ. Γιατί να θες να είσαι αυτός; Γεννήθηκε στην Βαρκελώνη, η οικογένειά του μετανάστευσε στην Κούβα, μετά αυτός έφυγε να σπουδάσει στο Παρίσι, έπειτα πήγε να γυρίσει την Λατινική Αμερική, προσπάθησε να κάνει όνομα σαν καλλιτέχνης στην Νέα Υόρκη, και τελικά εγκαταστάθηκε στο Χόλυγουντ δουλεύοντας σαν απλός σχεδιαστής σε μεγάλες παραγωγές της εποχής. Ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του, ο οποίος προσπάθησε να την ζήσει στο έπακρο, και τελικά κατάφερε να αφήσει ένα μικρό μικρό μικρό αποτύπωμα πάνω της – που ήταν όμως πολύ μεγαλύτερο απ’ το όνομά του. Θέλω να μάθω αν αυτό είναι αρκετό, γι’ αυτό μερικές φορές θέλω να γίνω Francis Cugat.

Το βιβλίο το πήρα δυο φορές γιατί ήθελα να το διαβάσω και στα αγγλικά.

Αύριο θα γράψω την τελευταία ιστορία.

.

Βιβλιοθήκη #9

«Δεν είναι κακό οι βιβλιοθήκες μας να χρησιμεύουν ως μνημοτεχνικό παιχνίδι, αναπαυτική θέση για τις γάτες και χώρος των πιο ετερόκλητων πραγμάτων».

.

Αυτή είναι η ενάτη και τελευταία ιστορία διπλού βιβλίου. Το βιβλίο είναι η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου. Δεν ξέρω από πού να αρχίσω.

Εδώ και δυο βδομάδες γράφω ιστορίες για την βιβλιοθήκη μου – για τα βιβλία που έχω διπλά (ή και τριπλά), για τα βιβλία που έχω σχεδόν διπλά, ή για τα βιβλία που είχα κάποτε διπλά. Μου φαίνεται σαν να έχουν περάσει δυο χρόνια, όχι δυο βδομάδες. Είναι πυκνός ο χρόνος της ακούσιας μνήμης, γιατί περιέχει την ουσία του παρελθόντος. Όπως ένα μπισκότο αποκαλύπτει την αρχή του μνημονικού ιστού στον Προυστ, έτσι μια ιστορία ενός αντικειμένου φέρνει κι εμένα αντιμέτωπο με τις πτυχώσεις του εαυτού.

Αυτές τις δυο βδομάδες, η συγγραφή και δημοσίευση αυτών των ιστοριών ήταν η σημαδούρα της μέρας μου. Ήταν το ορατό σημείο, κοίταζα το άμεσο μέλλον των ημερών και μόνο αυτό ξεπρόβαλε τόσο ξεκάθαρα μέσα στην ροή των καθημερινών καθηκόντων και ασχολιών – τη δουλειά, την αναζήτηση δουλειάς, τις συνελεύσεις, τις αγκαλιές, τα γεύματα, τις μπίρες. Μπορώ να γίνω πάρα πολύ εύκολα μονομανής, το ξέρω εδώ και χρόνια. Ξαναδιάβασα την πρώτη ανάρτηση αυτού του πρότζεκτ, υπ’ αριθμόν 0, και μου φάνηκε ότι δεν προμήνυε πως αυτά που θα ακολουθούσαν θα ήταν τόσο έντονα αυτοβιογραφικά. Ίσως ήταν αναπόφευκτο. Μάλλον ήθελα να πω ιστορίες για βιβλία, αλλά περισσότερο ήθελα να εκτεθώ, να σταματήσω να το φοβάμαι.

Όταν γράφεις, κι εγώ γράφω σπάνια για να πω την αλήθεια, συνήθως έχεις κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους στο μυαλό σου σαν ιδανικούς αναγνώστες και αναγνώστριες. Έχω και ‘γω τέτοιους. Ελπίζω να τους άρεσαν αυτά που έχω γράψει εδώ. Ελπίζω να μου πουν την αλήθεια όταν τους ρωτήσω ή όταν το φέρει η κουβέντα. Ανησυχώ όμως και για το πώς φαίνομαι στους υπόλοιπους, σ’ αυτούς που δεν με γνωρίζουν και δεν τους γνωρίζω. Αυτό συνήθως το λέει ανασφάλεια ο κόσμος, και το βλέπει επικριτικά ή με συμπόνοια. Εγώ δεν το βλέπω έτσι. Μ’ αρέσει να συμπαθώ και να με συμπαθούν. Μ’ αρέσει να γοητεύω και να γοητεύομαι. Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, αν και μερικές φορές το καταπιέζω για να την παλέψω με πιο λειτουργικό τρόπο. Πιστεύω ότι θα έρθουν καλύτερες στιγμές, καλύτερες μέρες και καλύτερα χρόνια. Πιστεύω ότι θα έχουμε καλύτερες ιστορίες να πούμε στο μέλλον, και θα τις πούμε με μεγαλύτερη αγάπη για τους ανθρώπους που ζουν μέσα τους. Πιστεύω ότι την επόμενη φορά τα πράγματα θα πάνε καλύτερα.

Ίσως όλο αυτό μοιάζει περισσότερο με άσκηση ύφους. Δεν είναι έτσι. Υπάρχει μια ιστορία διπλού βιβλίου που δεν την είπα, γιατί δεν είναι δική μου ιστορία, παρόλο που τα βιβλία είναι δικά μου. Δεν είμαι ξεφτίλας. Δεν θα αισθητικοποιήσω τον πόνο, θέλω να συμφιλιωθώ με τα συναισθήματα που τον γεννούν. Για παράδειγμα, τώρα πονάει το στήθος μου και ξέρω το γιατί. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι είναι ένας τύπος λέει που γράφει στο facebook για τα βιβλία που έχει διπλά. Όντως ο κόσμος καίγεται. Κι είναι πιθανόν να καούμε και μεις μαζί του. Γι’ αυτό θέλω να γράψω, για να πάρω κάτι μαζί μου στη φωτιά. Εσύ θα ‘ρθεις σκέτος; Δεν πειράζει, θα σου δώσω εγώ απ’ το δικό μου.

Έχω κι εγώ τάσεις φυγής, αλλά κάτι με κάνει να μένω εδώ που είμαι και να παλεύω. Για τι πράγμα να παλεύω; Για τους φίλους και τις φίλες μου, για τον έρωτα, για την μητέρα μου και την αδερφή μου, για τις μνήμες των νεκρών που μας βαραίνουν σαν εφιάλτης. Τι είναι χειρότερο; Να φοβάσαι να φύγεις ή να φοβάσαι να μείνεις; Εγώ τα καταλαβαίνω όλα. Εγώ τους καταλαβαίνω όλους. Αυτό μερικές φορές με κάνει να φαίνομαι σαν να μην έχω ανάγκη κανέναν πραγματικά. Όσες κι όσοι με ξέρουν καλά, ξέρουν επίσης ότι αυτό είναι ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι σκέφτομαι πιο συχνά την γκιλοτίνα παρά την θηλιά.

9

Το βιβλίο που έχω διαβάσει περισσότερες φορές μέχρι τώρα είναι «Ο Πάγος» των Ξένου Μάζαρη και Στράτου Μπουλαλάκη. Το διαβάζω τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο, οπότε το έχω διαβάσει πάνω από δέκα φορές συνολικά. Το αμέσως επόμενο είναι η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου. Την έχω διαβάσει φωναχτά, την έχω διαβάσει από μέσα μου, την έχω διαβάσει μπρούμυτα, την έχω διαβάσει ανάσκελα, την έχω διαβάσει μόνος, την έχω διαβάσει με (την καλύτερη) παρέα, την έχω αποστηθίσει και την έχω ξεχάσει.

Αυτό δεν το ξεχνάω ποτέ: «Τότε οι τηρηταί των νόμων συνελθόντες αποφάσισαν να σκοτώσουν την σιγή μια για πάντα και να στήσουν ακριβώς στο ίδιο σημείο το άγαλμα της γαλήνης των ματιών της γιατί η νεαρή γυναίκα κρατούσε στα χέρια της το ανάβλεμμά της σαν θαυματουργό φίδι».

Δεν βρίσκω κάποιον πραγματικό λόγο να το έχω δυο φορές στην βιβλιοθήκη μου. Σήμερα λοιπόν θα το δώσω στο κορίτσι που αγαπώ.

Advertisements

One thought on “the Βιβλιοθήκη Project Archives

για πες

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s